Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Νίκος Μουσχουντής … ο δικός μας άνθρωπος



Μάρτιος 1934 – Μάρτιος 2014. 80 χρόνια από την άφιξη του Νίκου Μουσχουντή στη Θεσσαλονίκη, 56 από το θάνατό του το Μάρτιο του 1958 και μια ακόμα ευκαιρία να μιλήσουμε για τον «δικό μας άνθρωπο». Μια επετειακή αναφορά όχι από απλή υποχρέωση, αλλά από σεβασμό στο πρόσωπο που μέσα από τις ισορροπίες που κράτησε, ανάμεσα στον «Αστυνομικό» και στον «άνθρωπο», έγινε η εμβληματική προσωπικότητα της Αστυνομικής Αρχής στην πόλη μας.
 Αποτέλεσε τον αγαπημένο Αστυνόμο του λαού και το πρότυπο των στελεχών της Υπηρεσίας. Από τη θέση του στην «Καταδίωξη» ( Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης), επεδίωξε να προσεγγίσει το αντικείμενο της Υπηρεσίας, με τους  ανθρώπους της πόλης στο πλευρό του και όχι απέναντι. Σύντομα επικράτησαν χαρακτηρισμοί προς το πρόσωπό του, όπως πράος, ψύχραιμος, θετικός, αποφασιστικός, αμνησίκακος, καλοκάγαθος, προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων.
Χαρακτηρισμοί που φαντάζουν ενδεχομένως υπερβολικοί με τα δεδομένα της εποχής για έναν άνθρωπο του Νόμου. Ίσως όμως και να είναι αυτό το μυστικό, ότι ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος και όχι ένα ακόμα υπεροπτικό όργανο της Τάξης. Είναι δύσκολο να δώσει κάποιος τη συνταγή για την ισορροπία γιατί είναι διαφορετική η «πάστα» του καθενός. Ο Νίκος Μουσχουντής όμως το κατάφερε.
   Οι επιτυχίες του στη διαλεύκανση των εγκλημάτων με άμεσο αποτέλεσμα την  ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών, ήταν πολλές και σπουδαίες και όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην υπόλοιπη Βόρειο Ελλάδα, όποτε του ζητούσαν να συνδράμει. Αυτό τον έκανε πρωταγωνιστή στα δύσκολα. Η μεγάλη του επιτυχία στην πάταξη του κοινού εγκλήματος ήταν αυτή που οδήγησε στην απόφαση των ανωτέρων του να τεθεί επικεφαλής σε εγκληματικές υποθέσεις με σαφή πολιτικά κίνητρα. Δεν την ήθελε την πολιτική στα πόδια του. Έτσι έλεγαν όσοι τον γνώρισαν. Όμως το καθήκον προείχε και η επιτυχία τον στοχοποίησε. Έγινε τότε γνωστός και στο πανελλήνιο και όχι μόνο, ως «πολιτικός» διώκτης, επειδή οι ένοχοι είχαν σαφή κομματική ταυτότητα. Μια εικόνα που τον αδικεί.  Παρά τις προσπάθειες που εκδηλώθηκαν να αμαυρωθεί η φήμη του ως διώκτη του κοινού εγκλήματος, δεν ήταν δυνατή η απαξίωση του έργου του. Ήταν αυτή η προσφορά στην πάταξη του κοινού εγκλήματος, που έβαλε φρένο στις όποιες προσπάθειες υπήρξαν από πολιτικούς κύκλους για να σπιλωθεί η μνήμη του στο βωμό της κομματικής προπαγάνδας.  
   Οι δυο μεγάλες υποθέσεις που αποτέλεσαν (τι ειρωνεία!!!) το κόκκινο πανί για τους αντιπάλους του, ήταν η εξάρθρωση της Ο.Π.Λ.Α. και η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου George Polk.
Η ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) ήταν μια μυστική οργάνωση  που έδρασε στο πλευρό του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή αλλά και στο πλευρό του ΔΣΕ, των Κ.Π. και της Αυτοάμυνας κατά τον Εμφύλιο. Η ΟΠΛΑ συστήνεται ως οργάνωση κάπου προς τα τέλη του 1943 και συνεχίζει να δρα εξυπηρετώντας κομματικούς σκοπούς και μετά την Κατοχή.
Τα χτυπήματά της αποφασίζονταν από τη διοίκηση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και μόνο βάση μαρτυριών και καταθέσεων που συγκέντρωναν τα λαϊκά δικαστήρια και το νομικό σώμα του ΕΑΜ. Προσχηματικά  στόχους αποτελούσαν:  μέλη ή στελέχη των Ταγμάτων Ασφαλείας, μέλη ή στελέχη της Χωροφυλακής με επιβεβαιωμένη προδοτική δράση, μέλη ή στελέχη εθνικιστικών οργανώσεων (πχ ΠΑΟ, Οργάνωση Χ κτλ), μέλη της Γκεστάπο ή αξιωματικοί των Γερμανοϊταλών, καταδότες και δοσίλογοι,  μαυραγορίτες.
Σημαντικότερη από τις οργανώσεις της ΟΠΛΑ και της Αυτοάμυνας κατά τα «εμφυλιακά» χρόνια υπήρξε η ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης. Το 1946 δόθηκε η εντολή σε κάποιον «Αλέκο» από το αρχηγείο Μακεδονίας του ΔΣΕ να δημιουργήσει αντάρτικο πόλεων στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εκεί συστήθηκε η οργάνωση της Στενής Αυτοάμυνας ή ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης από 67 μέλη χωρισμένα σε τρεις περιοχές της πόλης, την ανατολική, την δυτική και το κέντρο και με ενιαία κεντρική διοίκηση. Η οργάνωση διέθετε αρκετές γιάφκες και ασφαλή σπίτια, όπως και πυροτεχνουργούς, οδηγούς και τεχνικούς.
Μέσα στο σύντομο χρόνο δράσης της(Οκτ.1946-Απρ.1947), επιβεβαιώνονται δέκα επιθέσεις κυρίως εναντίον αστυνομικών στόχων και μεταξύ τους οι δολοφονημένοι  Μοίραρχος  Κωφίτσας Δημήτριος και Υπενωμοτάρχης Παγώνης Χρήστος. Η τελευταία επίθεση έγινε στις 30 Απριλίου 1947 σε στρατιωτικό λεωφορείο των Αξιωματικών της Αεροπορίας(ήταν και η μοιραία για την εξάρθρωση της οργάνωσης) και άφησε πίσω της 4 νεκρούς, 8 βαριά τραυματίες και πολλούς ελαφριά. Η σύλληψη και οι δίκες της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 1947.
Ο υπεύθυνος για τις συλλήψεις και την εξάρθρωση της ΟΠΛΑ, τότε Μοίραρχος Ν. Μουσχουντής, ήταν ανάμεσα στους προσδιορισμένους για εκτέλεση, στόχους της ΟΠΛΑ.
 Τον Μάιο του 1948, ο Ταγματάρχης πλέον, καλείται να διαλευκάνει τη δολοφονία του 35-χρονου Αμερικανού δημοσιογράφου George Polk απεσταλμένου του ειδησεογραφικού δικτύου CBS, για κάλυψη των «εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων».  
Ο G.Polk με την Ελληνίδα σύζυγό του
Ο Πολκ, παντρεμένος με την ελληνίδα αεροσυνοδό Ρέα Κοκκώνη, ήταν δεινός επικριτής, τόσο των ανταρτών, όσο και της ελληνικής κυβέρνησης. «Γκάνγκστερ» αποκαλούσε τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, «διεφθαρμένη» ήταν ο πιο επιεικής χαρακτηρισμός που επιφύλασσε στην κυβέρνηση Φιλελευθέρων και Λαϊκών.
Την εποχή εκείνη ένα ομιχλώδες τοπίο διαμορφώνεται στην πόλη, από αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, Κυβέρνηση, παρακρατικούς, επίσημο ΚΚΕ, αντάρτες, Άγγλους, Αμερικανούς, μαυραγορίτες. Τα πάντα σχεδόν κινούνται και χάνονται ανάμεσα σε πολιτικές σκοπιμότητες και το γεγονός της δολοφονίας προκαλεί ομόκεντρους κύκλους εντός και εκτός Ελλάδος.  
Ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης λίγες ώρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος δήλωνε ότι «αποτελεί ζήτημα τιμής δια την Ελλάδα η ταχεία ανακάλυψις των δραστών και των αιτίων του αποτρόπαιου τούτου εγκλήματος, καθώς και η παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων». Οι Αμερικανοί πίεζαν την ελληνική κυβέρνηση για γρήγορα και θεαματικά αποτελέσματα.

Ο Γρ.Στακτόπουλος στη δίκη του το 1949



  Εδώ το αλάνθαστο ένστικτο του Νίκου Μουσχουντή, τον καλεί ν’ ακολουθήσει τα στοιχεία και ν’ αποδείξει με όρους Γενικής Ασφάλειας, έτσι όπως αυτός ήξερε καλύτερα απ’ όλους, ποιοι ευθύνονταν και να τους οδηγήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης. Συλλαμβάνεται ο φιλοκομμουνιστής δημοσιογράφος  της εφημερίδας «Μακεδονία» Γρηγόρης Στακτόπουλος, ο οποίος ομολογεί ότι βοήθησε τους Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά, στελέχη του ΚΚΕ, να εκτελέσουν τον Πολκ. Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος καταδικάσθηκε σε ισόβιο κάθειρξη για συνέργεια σε ανθρωποκτονία και έμεινε έγκλειστος έως το 1960 που του δόθηκε χάρη από την Κυβέρνηση Κ.Καραμανλή, ενώ οι Μουζενίδης και Βασβανάς, οι οποίοι εξ’ αρχής διέφυγαν της σύλληψης,  στην ποινή του θανάτου ως φυσικοί αυτουργοί.
Το αποτέλεσμα και η έρευνα ακόμα και σήμερα αμφισβητούνται από παραταξιακούς κύκλους. Το «μυστήριο» παραμένει ενώ έρευνες και αναλύσεις για ανεύρεση μιας άλλης εκδοχής, γίνονται για να στοιχειοθετηθεί μάλλον ένα «θρίλερ» της εποχής, παρά για να διαλευκάνουν ένα έγκλημα.  
Οι προαναφερόμενες υποθέσεις στοχοποίησαν ποικιλότροπα τον Ν.Μουσχουντή. Η λαοθάλασσα όμως που συνόδευσε το φέρετρό του στις 16 Μαρτίου του 1958, στα Κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, απεκατέστησε την πραγματική εικόνα του «ωραίου» εκείνου Αστυνομικού. Ήταν ο «άνθρωπός τους», πέρα από πολιτικές ιδεολογίες, ο προστάτης τους, ο αρωγός τους. Ήταν αυτός που σιωπηρά έδινε χέρι βοηθείας όπου έπρεπε. Όπως τότε στην Κατοχή, με την εφημερίδα «Ελεύθεροι Σκλάβοι», όργανο του Πατριωτικού Ελληνικού Κομιτάτου.
 Η ανεύρεση δημοσιογραφικού χάρτου για την εκτύπωση της εφημερίδος, ήταν αν μη αδύνατος, πολύ δύσκολη. Για να βρεθούνε μερικές οκάδες, παίζανε κυριολεκτικά το κεφάλι τους όλοι όσοι ασχολούνταν με την έκδοσή της και πρώτος ο Μουσχουντής. Αυτός είχε τη φροντίδα να προμηθευτεί χαρτί και ποτέ στην ωραία τους προσπάθεια δεν τους εγκατέλειψε. Οι «Ελεύθεροι Σκλάβοι» επέζησαν σχεδόν μέχρι της εποχής κατάρρευσης της Γερμανίας. Στις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής τους πρόδιδαν οι κομμουνιστές μέχρι που "εντοπίστηκε" το παράνομο τυπογραφείο και το κατέστρεψαν. Χάρη στη δραστηριότητα του Μουσχουντή ο οποίος πληροφορήθηκε την «ανακάλυψη» των Γερμανών, όσοι συμμετείχαν στην έκδοση της εφημερίδος, φιλοξενήθηκαν στο κρησφύγετο του ιδίου και δεν συνελήφθη κανείς.

  Αυτόν τον Αστυνομικό τιμούμε κάθε χρόνο με μια λιτή επιμνημόσυνη δέηση. Η αναγνώριση του έργου του και της προσωπικότητάς του, μας μεταλαμπαδεύτηκε από τους προκατόχους μας στο Δ.Σ. του Συνδέσμου και δεν παραλείπουμε την απόδοση τιμών. 
Είναι όμως αυτό αρκετό; 
Αν σε οποιονδήποτε άλλο εργασιακό χώρο είχαν έναν τόσο αξιόλογο συνάδελφο στο παρελθόν τους, θα τον τιμούσαν ιδιαίτερα άπαντες. 
Έναν Αστυνομικό όμως; 
Μήπως η φυσική ηγεσία είναι καιρός να αναλάβει πρωτοβουλία και να φιλοτεχνηθεί μια προτομή, αν όχι σε κεντρικό σημείο της πόλης που αφιέρωσε το είναι του, σ’ ένα δικό μας χώρο όπως το Αστυνομικό Μέγαρο; 



Στέργιος Σαββίδης
(Γ.Γ. του Δ.Σ. του Συνδέσμου)