Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Μουσχουντής Νικόλαος ... γνωρίζοντας το "Μύθο"...

16-3-1958 κι ένας από τους τελευταίους αγώνες του ΠΑΟΚ στο παλιό γήπεδο, διεκόπη από την ανακοίνωση ενός θανάτου. Οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι κρατώντας ενός λεπτού σιγή, είχε πεθάνει ο Νίκος Μουσχουντής, Διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης.
«Ακόμη και οι κλέφτες και οι διαρρήκτες κλάψανε στην κηδεία του» μας πληροφορεί ο Βασίλης Τσιτσάνης.
 
16-3-2013, πενήντα πέντε χρόνια από το θάνατο του Νίκου Μουσχουντή και για μια ακόμα φορά, όπως κάθε χρόνο από τότε, άνθρωποι που έζησαν κοντά του, απόστρατοι που υπηρέτησαν στα χρόνια του, απόστρατοι που γνωρίζουν κάτι από την ιστορία του, συγκεντρωθήκαμε με πρωτοβουλία του Συνδέσμου μας, όπως γίνεται από την ίδρυσή του, για ν' αποδώσουμε την ελάχιστη τιμή στον άνθρωπο και τον Αστυνομικό.
Μνημόσυνο, ταξίδι στο χρόνο, βουτιά στην περίοδο που η πόλη στην ενηλικίωσή της έκανε βήματα, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ταυτότητά της στην αγκαλιά της μητέρας Ελλάδας, στα καταραμένα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και της ΕΑΜικής διεκδίκησης, στην ταραγμένη μεταπολεμική περίοδο, στη σκιά του Μουσχουντή και πάλι πίσω.....
Κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας και δίπλα σε πρόσωπα της νεότερης ιστορίας της πόλης(πρόσωπα που οι περισσότεροι τα γνωρίζουν μόνο από τις οδούς που έχουν το όνομά τους) και ο δικός μας άνθρωπος. 
 
Εγκλωβισμένος στην καθημερινότητα της Υπηρεσίας και της προσωπικής μου ζωής, οι ευκαιρίες ν' ασχοληθώ με θέματα που μ' ενδιέφεραν, ήταν ελάχιστες. Αφήνοντας όμως πίσω μου την υπηρεσιακή μου πορεία, κράτησα απ' αυτήν κάποιες μνήμες και προσπάθησα να καλύψω τα κενά.
Έτσι η γνωριμία μου με τον Νίκο Μουσχουντή, έγινε απροσδόκητα τον Μάρτιο του 2012, όταν ως νέο μέλος του Δ.Σ., επρόκειτο να παραβρεθώ στο ετήσιο μνημόσυνο που πραγματοποιεί ο Σύνδεσμος.
Ως τότε ο Νίκος Μουσχουντής ήταν απλά ένα ιστορικό στέλεχος του Σώματος, που επίσης απλά έδινε το όνομά του στην ομώνυμη πλατεία, "τρόπος του λέγειν πλατεία" όπως έγραψε κάποιος. Αυτή ήταν και η μόνη μου επαφή για όσα χρόνια ζω στη Θεσσαλονίκη. Ήταν εκεί στο τέλος της οδού Κασσάνδρου, κατά την επιστροφή μου στα σπίτια που κατά καιρούς διέμενα, πάντα στις δυτικές συνοικίες, εκεί που η Ηφαιστίωνος  βγάζει αριστερά στην Αγίου Δημητρίου ή που η Σαχίνη δεξιά σε πάει στις Συκιές, ακριβώς πάνω από την παλιά Λαχαναγορά.
Η παλιά Λαχαναγορά είναι πάλι εκεί ερειπωμένη, εγκαταλειμμένη, βυθισμένη στο παρελθόν της. Πολλοί την προσπερνούν, χωρίς να την προσέξουν, χωρίς να τη γνωρίζουν, είτε από το ένα άκρο της στην Αγίου Δημητρίου, είτε από το άλλο στο τέλος της Κασσάνδρου, πλάι στην πλατεία Μουσχουντή, που δεν είναι πλατεία αλλά ένας κόμβος.
Έκανα την πρώτη μου έρευνα, πριν ένα χρόνο και από τότε όποτε μου δίνεται η ευκαιρία ψάχνω να βρω στοιχεία για να γνωρίσω καλύτερα το μύθο. Αυτόν που άλλοι κατηγόρησαν για σκευωρό και άλλοι(οι περισσότεροι)θαύμασαν για το χαρακτήρα και τον επαγγελματισμό του.
Αυτός είναι ο Μουσχουντής, ένας μύθος, μύθος ελληνικός, με στοιχεία πραγματικά αλλά τόσο δυνατά που παράλληλα αγγίζουν  το παράδοξο για την ελληνική πραγματικότητα.

 
 

Η φιγούρα του περνούσε απαρατήρητη, όσο έπρεπε, όταν κυκλοφορούσε ανάμεσα στον ταλαιπωρημένο  λαό της πόλης που αγάπησε και αφιέρωσε τη ζωή του. Έγινε ένα κομμάτι της, μπλέχτηκε με τους ανθρώπους της  και στάθηκε δίπλα σ' όσους τον είχαν ανάγκη. Έκανε το καθήκον εργαλείο για να εξασφαλίσει την τάξη στο χώρο του. Κέρδισε το σεβασμό των ανθρώπων της καθημερινότητας και το μίσος όσων έψαχναν πολιτικούς στόχους(η Ο.Π.Λ.Α. είχε προγραμματίσει την εκτέλεσή του, αλλά δεν πρόλαβε).  Ισορρόπησε σε τεντωμένο σχοινί, άφησε το εγώ του και δόθηκε στους άλλους και στην Υπηρεσία. Δημιούργησε άθελά του ένα μύθο, κέρδισε την καλημέρα και το ανάθεμα στο ίδιο νόμισμα και στάθηκε αλύγιστος απέναντι σ' ότι ήθελε να τον εκτροχιάσει. Ήταν ο άνθρωπος και ο αστυνομικός που έπασχε με τον αδύναμο, που συγχωρούσε τον παρασυρμένο ή τον κατ' ανάγκη μικροπαραβάτη, που τον ενοχλούσε η έπαρση των δυνατών(όποιοι κι αν ήταν), που άφηνε την πολιτική έξω απ' τα χωράφια του, γιατί του χαλούσε την πιάτσα. Άλλωστε τα παιδιά της πιάτσας ήταν το στοιχείο του, η δική του φάρα όπως του άρεσε να λέει. Καταλάβαινε τη ψυχοσύνθεσή τους, τραγουδούσε τον πόνο και τη χαρά τους ακούγοντας την πολύτιμη συλλογή του από τα δισκάκια της εποχής(μιας συλλογής 5.000τεμαχίων, που δέχτηκε το "ηρωικό χτύπημα" των παλικαριών της αριστεράς). Αγκάλιασε τη νύχτα της πόλης όσο και τη μέρα, τους στιλάτους παράγοντες της Θεσσαλονίκης όσο και τους ημιπαράνομους ρεμπέτες, που τους βοήθησε να σταθούν και να βγάλουν το μεροκάματο. Μοίρασε καλημέρες "δεξιά" κι "αριστερά". Έσφιξε χέρια που προκάλεσαν σχόλια, έκανε κουμπάρο τον Τσιτσάνη.

 
Τονίζω όλα τα παραπάνω, γιατί αυτά δείχνουν τον άνθρωπο. Ο επαγγελματίας και οι επιτυχίες του, έρχονται συνήθως σε δεύτερη μοίρα αφού θεωρούνται καθήκον. Κι όμως κι αυτή του η πτυχή είναι υπέρ του δέοντος σημαντική. Η ανάμειξή του στις μεγάλες υποθέσεις της Θεσσαλονίκης, όπως η εξάρθρωση και σύλληψη των στελεχών της Ο.Π.Λ.Α. και η υπόθεση Πόλκ, που δεν ήταν της αποκλειστικής του αρμοδιότητας(δεν του άρεσαν τα μπερδέματα με την Ειδική Ασφάλεια, όμως οι υποθέσεις αυτές είχαν έντονο ενδιαφέρον και για τη Γενική Ασφάλεια), μέχρι την υπόθεση του "Δράκου" που άφησε άλυτη, αφού η υγεία του τον εγκατέλειψε ταλαιπωρημένη από την καταπόνησή της στο κυνήγι του δράστη, χωρίς ωράριο, χωρίς ανάπαυλα, επισκίασαν πλήθος άλλων επιτυχιών της αρμοδιότητάς του και μαζί τους έχτισαν το μύθο. Έναν μύθο που δεν μπορεί κανείς να συνδυάσει με την πραότητα της ένστολης προτομής που κοσμεί το μνήμα του στο έμπα των κοιμητηρίων της Ευαγγελίστριας. Εκεί που με κοινή αποδοχή πολιτείας και λαού του δόθηκε δωρεάν το πρώτο μνήμα στην κεντρική αλέα και συνοδεία τριάντα χιλιάδων πολιτών, τοποθετήθηκε για να υποδέχεται στο εξής τους αφανείς και επιφανείς της πόλης, καθώς του δίνουν τα διαπιστευτήριά τους κι αυτός, με το χαρακτηριστικό του μειδίαμα, να δείχνει πως ξέρει ήδη ποιος περνά το κατώφλι, έτσι όπως ήξερε παλιά ποιος κυκλοφορεί στα σοκάκια της πόλης και στις συναλλαγές της Λαχαναγοράς. Της παλιάς Λαχαναγοράς δίπλα στη σημερινή πλατεία Μουσχουντή, στη σκιά του "μύθου" και της νεότερης ιστορίας της συμπρωτεύουσας, εκεί απ' όπου ξεκίνησα να ψάχνω τα ίχνη απ' τα πατήματά του, στην αρχή της γνωριμίας μας αλλά μακρυά ακόμα από την ολοκλήρωσή της.

Στέργιος Σαββίδης